Τρίτη, 7 Απρίλιος 2009

Oneiros

I have a world.
I also have two eyes, which watch this world.
And in my world everyone dances.
In my world, everyone sings.
In my world, everyone loves, comforts, cares, is glad and hates, rages, opposes, cries and is sad.
In my world, everyone shares.
In my world, everyone understands that time is too short to deny all that they feel and and hide all that they sense.
In my world, no one is afraid of their feelings and no one is afraid of the feelings of everyone else.
In my world, everyone understands that time is running out.
In my world, everyone dies.
And thus I create another one.
And I see to it that it is short-lived as well, like the old one.
Men and women alike, like diamonds, shine the brightest and most beautiful just one moment before their end.
And I make sure it is well understood.
I make my world all over again
And from the beginning, I have a world.

Oneiros - Original

Έχω ένα κόσμο.
Έχω και δυο μάτια, που βλέπουν αυτόν τον κόσμο.
Και στον κόσμο μου όλοι χορεύουν.
Στον κόσμο μου όλοι τραγουδούν.
Στον κόσμο μου όλοι αγαπούν, συμπονούν, νοιάζονται, χαίρονται και μισούν, οργίζονται, αντιτίθενται, κλαίνε και λυπούνται.
Στον κόσμο μου όλοι μοιράζονται.
Στον κόσμο μου όλοι έχουν καταλάβει ότι ο χρόνος είναι πολύ λίγος για να αρνηθούν όλα όσα νοιώθουν και να κρύψουν όλα όσα αισθάνονται.
Στον κόσμο μου, κανείς δεν φοβάται τα συναισθήματα του και κανείς δεν φοβάται τα συναισθήματα όλων των άλλων.
Στον κόσμο μου, όλοι καταλαβαίνουν ότι ο χρόνος τελειώνει.
Στον κόσμο μου, όλοι πεθαίνουν.
Και ξαναφτιάχνω έναν.
Και φροντίζω να ζήσει κι αυτός λίγο.
Οι άνθρωποι, σαν διαμάντια λάμπουν δυνατότερα και ομορφότερα μια στιγμή πρίν το τέλος τους.
Και φροντίζω να κάνω κατανοητό.
Ξαναφτιάχνω τον κόσμο μου
Και πάλι απο την αρχή, έχω ένα κόσμο.

Τρίτη, 17 Μάρτιος 2009

Ena Tsigaro Xronos

This is a translation of 'A Cig's Time'



Λεπτός λιγερός καπνός, αργογυρύζει και χορεύει στον αιθέρα, καθισμένο στο νεκροκρέβατό του, κάθε δευτερόλεπτο τραβώντας το προς τον τελικό του προορισμό, χους εις χουν..
Και ένα κουρασμένο χέρι το δέχεται, και χείλη στεγνά από χαρά το εναγκαλιάζουν, και για άλλη μια φορά έλκεται αχόρταγα προς το τέλος του.
Μια τούφα καπνού αναβλύζει απο εκείνα, τα ίδια χείλη, κουβαλώντας μαζί της την θλίψη και την μοναξιά τους, τρεφόμενη αργό θάνατο, ελεύθερη στον αγέροχο χορό της απο σχήματα και όνειρα, εμφανίσεις από πρόσωπα του παρελθόντος, φαντάσματα, αναμνήσεις απο καιρους καλούς και κακούς, ασημένιος καπνός αναδεύεται προς το γεμάτο υγρασία ταβάνι, και ο νούς γνωρίζει ότι δεν υπάρχει διαφυγή.
Το τσιγάρο καθώς αργοπεθαίνει τοποθετείται ξανά επάνω στο βάθρο του, και τώρα ενα δάκρυ το ακολουθεί, υγραίνοντας τις στάχτες και δημιουργώντας λάσπη γκρί και μαύρη.
Τα χείλη δεν μπορούν να κλείσουν, τα χέρια δεν μπορούν να αφήσουν το κεφάλι αστήριχτο, το στήθος δεν μπορεί και δεν πρόκειται να σταματήσει να φουσκώνει και να ξαναπέφτει, κλαίγοντας και σπαράζοντας, αφήνοντας βογκητά και αναστεναγμούς να βγούν απο μέσα του.
Και έτσι πεθαίνει, αφήνοντας την τελευταία λεπτή οπτασία καπνού, το πρόσωπο μιας γυναίκας που χαμογελάει προς τα μάτια που τώρα δακρύζουν.

Παρασκευή, 13 Μάρτιος 2009

E Viva

Μετάφραση του Cheers.


Ένα τανγκό ξεδιπλώνει τα μουσικά του χάδια στο δωματιο.
Ένας άνδρας χορεύει μοναχός, το δωμάτιο ειναι το παλάτι του.
Χορευέι, τόσο χαρούμενος, ενα χαμόγελο φαίνεται να ειναι χαραγμένο στα χείλη του.
Δεν υπάρχει άλλη ψυχή στο δωμάτιο αυτό, που είναι επίσης άδειο απο έπιπλα.
Αριστερά και δεξιά, εδώ κι εκεί, πάντοτε χορεύοντας, πάντοτε χαμογελώντας.
Τα χέρια του κρατούν το φάντασμα του πάθους του, την Μούσα του.
Δεν είναι εκεί, κι όμως είναι το μοναδικό πρόσωπο για κείνον.
Την κοιτά στα μάτια και μόνο. Χαμογελώντας. Χορεύοντας. Παίρνοντάς την μαζί του.
Αργά, παθιασμένα, και μετα γρηγορότερα, γρηγορότερα, με χάρη.
Η μουσική δεν έχει πηγή, δεν έχει ορχήστρα, είναι ζωντανή, μόνο σ'αυτό το δωμάτιο.
Μόνο σ'αυτό το δωμάτιο, μόνο αυτός ο άνδρας και η μούσα του, φαντάσματα της καρδιάς του.
Και τότε η μουσική σταματά, την κοιτάζει και γέρνει μπροστά να αφήσει το πιο απαλό φιλί στα γεμάτα, ροδαλά και φασματικά χείλη της, και κείνη δεν μπορεί και δεν τολμά να διαφωνήσει.
Την παίρνει απο το χέρι, οδεύοντας προς το μπουφέ της ψυχής του.
Υπάρχουν μόνο ενα μπουκάλι κρασί και δύο λεπτά ποτήρια.
Ανοίγει το μπουκάλι.
Ο καρπός του σκιζεται.
Εκείνη χαμογελά με χάρη.
Της γεμίζει το ποτηρι με κρασι.
Το πάτωμα ειναι βαθυκόκκινο με το αίμα της ζωής του.
Γεμίζει το δικό του ποτήρι με κρασί.
Το ποτήρι είναι γεμάτο με το ίδιο του το αίμα.
Υψώνει το ποτήρι.
Το γυμνό του χέρι έχει το χρώμα καυτής, κόκκινης στάχτης.
'Μία πρόποση!', αναφωνεί.
Εκείνη ανασηκώνει το ενα της φρύδι, ακόμα χαμογελώντας.
'Στον έρωτα.' και κείνος χαμογελάει.
Εκεινη του γνέφει καταφατικά.
Πίνει απο το ποτήρι του.
Πίνει απο το αίμα του.
Και έτσι το κοινό ζητοκραυγάζει και χειροκροτά, φαντάσματα και εικόνες, όλοι βαμμένοι κατακόκκινοι απο το αίμα του άνδρα, στοιχειά αυτής της μαγεμένης νύχτας.
Σηκώνουν τα ποτήρια τους και έτσι ο χορός λαμβάνει τέλος.

Τετάρτη, 7 Ιανουάριος 2009

Cheers

A tango is unfolding its musical caresses in the room.
A man is dancing alone, the room is his very own palace.
He dances, ever so joyful, a smile appears to be carved on his lips.
There is not another soul in this room, also devoid of furniture.
Left and right, here and there, ever dancing, ever smiling.
His hands are grasping the phantom of his passion, his Muse.
She is not there, yet she is the only person for him.
He looks in her eyes only. Smiling. Dancing. Taking her with him.
Slowly, passionate, then faster, faster, elegantly.
The music has no source, no orchestra, it is alive, only in this room.
Only in this room, only this man and his muse, ghosts of his heart.
And then the music stops, he looks at her and leans forward to place the softest of his kisses on her plump, vivid red and spectral lips, and she cannot and will not dare disagree.
He takes her by the hand, walks toward the buffet of his soul.
There is only one bottle of wine and two tall glasses.
His smile always on his lips, he hands her one of the glasses.
He opens the bottle.
His wrist is slit.
She smiles with grace.
He pours some wine into her glass.
The floor is now crimson with his life.
He pours some into his own glass.
The glass is filled with his blood.
He raises the glass.
His bare hand is the color of red got ashes.
"A toast!", he announces.
She raises an eyebrow, still smiling.
"To love.". He is smiling also.
She nods.
He drinks out of his own glass.
He drinks of his own blood.
And thus the audience applauds, ghosts and images, all drenched in red life, Haunts of this enchanted night.
They raise their glasses and so the ball ends.

Κυριακή, 23 Νοέμβριος 2008

The First Call

Since i heard the voice, since i heard the first call, i haven't been able to think of anything else. Since that night that the lightning struck and filled everything with light, along with my eyes. But it was no normal lightning. It was... Something more. It didn't last that consecrated fraction of a second. It blined me, even if i never looked at it with my own eyes. It deafened me, even if no sound was heard by it.
And then I heard the first voice, the first calling. A sound, a word, a dissorientation, a song of terror, a mixture of notes and twisted melodies from an orchestra of screams. It lasted a second or a century. I haven't been able to understand, nor will i ever be. Time had no essence, no importance.
From the screaming, from the otherworldly sounds and not from somewhere in space, for there was no space as well that moment, that millenium, one more speech tangled in the sound, an abyssal voice, so eldritch, so ancient, so booming and horrible, that it made the whole dissonance that spawned it sensible, it made it melodic in a strange way.
And from the voice came the first Elder. The first giant, the first form, the first indescribable interlacement of limbs, feet, gils, tentacles, wings, limbs phenomenicaly made of flesh and ooze, and no characteristic that the human mind could recognise in its entirety. In size, that ancient creature that was there since the begining of everything, before the stars ever saw their first dawn, the horizon could not hold it and it never would. Every scar, every scab, every crater and crack on it could be seen with every daunting detail. Its eyes were the sun and the moon and all the stars, glowing with a light that exceeded fantasy, red as the first drop of blood that ever fell.
The truth is that it did not need a voice. Its presence was enough to drive you mad or enlighten you, showing you the deepest, darkest places of the human mind, where fear is born and hope dies.
I felt it pointing at me, recognising my being, making sure that my small mind could bear him, even in that demeaning and small version of his eternal presence of his in the universe.
It was looking at me. From the start, it was looking at me, all of me. And along with me, everything. It's point of focus was the existance of everything itself. Its eyes were drawing near, and if one thought of his size and the space it consumed, one couldn't help but remain speechless from terror and excitement from its speed, even though in front of such a sight, you couldn't do elsly from the very begining.
I was staring as well, unable to do anything else. I noticed that the sounds and the screaming were gone. Its voice, its breath or its thought have taken the place of the cosmic silence, in the same way that horns and car engines become part of the background, back in normal life.
All I could do was watch. And after some breaths or some lifetimes, what i was seeing was the outter space. Stars, rocks, no point of reference whatsoever. No familiar planet or even a sign of one. And suddenly everything obtained movement, everything consecrated their orbits and and tracks, those which they woould hold for years thousands of thousands, millions of millions. From where my vision couldn't reach, the creature appeared, smaller by far, moving towards somewhere in front of me. Observing it for a while, i realised it wasn't the same with the one that appeared before me at first. The one i saw then was younger, closer to its first eras. The fact that later there appeared more of those terrifying creatyres, each one uniquely more horrible than the other one, helped me assure of my suspicions. Creatures ancient, older than darkness, and every one of them moving towards the same spot.
Without moving in this endless abundance of space, i followed them. I was an observer by that time. Of what though, i did not know yet. And since i had gone so far, as much as i wished i knew nothing, as much as i wished nothing happened, that it was all a dream, i knew it was all true. So much so, that they surpassed the truth itself.
From this limitless black i followed them, passing by some deserted and unknown planets over time, bathing in the light of a squadron of suns from other galaxies, far away. That journey must have lasted long, even for those Ancients, yet none would say a word., or at least i didn't have what it took to hear them or behold their words, heavy as newborn galaxies.
Until the One, he who had summoned me, let out a gutual and bile voice, and everyone stopped. Me as well.
I looked around me, and a horrid feeling of recognition took hold of me. I saw the Moon. Our Moon. It took some time for me to realise because it didn't have one crater on it, but what i was looking at was definitely the moon. That meant that... I looked elsewhere. Jupiter, small. Saturn, without its planet rings. Mars, with some blue specks on it. I didn't want to see where they were heading. Because i knew. Yes, inside my i knew it well, that which seemed impossible for me. And I looked.
And i saw Earth.
And the creatures cut something from one another, making disgusting sounds of ripping flesh and and membrane. These pieces they threw at the Earth, an Earth with more land than water. And in my thoughts i suddenly knew the pieces were seeds. They wanted to plant their kind in Earth. To grow, to flourish, to control, to enslave and in the end devour.
Witnessing all this, terror was eating me away on the inside like a bore-worm. The top of all this horror was when He, the First One turned to look at me. And he showed me, not by some move but with just a thought, to observe closer and see the creation and at the same time the malediction of a world. And then..
Eearth. Plants, trees. No sound and no sound of one nowhere. Comets were falling from the sky. One of them fell in front of me, throwing fire, spew and tissue everywhere, but i was left untouched in that macabre vision of the past. The seasons changed in a breath, leaving the seed to grow, untill it hatched, and from inside it came one of them, lurking with its rotten limbs, followed by other, smaller spawns. But that fact had no importance then, nor did it carry a feeling of comfort or hope. On the contrary, it ominously foretold the dark fate of this world.
Time passed and Their species flourished. Slowly, man appeared, unsure and small in his first steps on Earth, which was to become a huge chessboard of the Ancients, with humans, their slaves as pawns.
Oh, with what guile, with what zelousy and tyrrany they reigned, they, the Elder ones, older than the darkness itself, with what presicion they weaved their cosmic plans and plots without a sign of mercy, goodness or weakness..
Suddenly, something changed. Like a tiny cog in a hyper-galactic machine that stopped working as it should, as it was written, because it obtained consciousness. Knowledge. Anger.
Freedom.
And I was in space again, gazing at that fouled planet. Earth was changing. The ground at first, and then the oceans. The planet was being painted red, the oceans were becoming giant lakes of blood of both human and Elder. And as that red sea drowned the land, I realized why at first i thought that the Earth had less water than it should have, and why as i observed the planet was becoming identical to what it is today.. My god, we're swimming in the blood of our ancestors and theirs as well...
War. The first one, the biggest of them all, the most macabre, the one that brought drastic changes. And from what i could grasp, it must have lasted for whole generations. The most terrifyinf thing was that humanity was losing.
Until they decided that they didn't want to wipe us out, not for any other reason, not of mercy, but because we were convenient to them as slaves, as food. As toys. The Ancients were leaving. They decided to let us multiply,. like the animals we were. They left behind someone to watch us, while he slumbered deep, in the bottom of the darkest ocean, in the ruins of their drowned city.
Their city had a name that could not be pronounced by a mouth other than theirs, bun on its first stone They wrote its name in a language and writing that was the escape of mankind from its beastly cries and growls. And the city's name was decyphered many aeons later, as much as it was possible. Its name was R'Lye. The Sunken City.
And the one They left there, the one that slumbers deep and dreams, mankind also learned his name, along with the fear of pronouncing it, lest he heart the call from the darkest depths of the sea and awaken, bringing with him madness, horror and anihilation. His name would forever remain in the unconscious of the mind: Cthulhu.
Still lost in that revelation, i was again in front of the Ancient that summoned me. In front of this entanglement of dead but moving tentacles where other animals had their mouths. Faced with these eyes that saw everything. That still heard the echoes of the first dead stars. And then I heard his voice in a language i could comprehend, for the first time.
I AM AWAKE.
MY ARRIVAL IS NIGH.
I had never imagined that two sentences could ever invoke so much fear, so much awe and horror.
Cthulhu had awoken. And i had heard his voice, the first call. I saw the world being made, and now i had to watch its doom.
Suddenly, i felt that light of the vision blurring. The eternal lightning that led me to all of this was fading. I was afraid to go back. I was afraid to do anything in a world that is already dead and doesn't even know it.
And then, i submerged in deep sleep.

-Epilogue-

I open my eyes and am forced to shit them again due to the sudden and strong change of light. When i open them once more, i observe my surroundings, losing any sense of direction or place.
I am inside a white room. There are no windows, only a door. The walls are covered in what appears to be white pillows. A plain and simple lamp hangs from the ceiling.
What the hell...
I try to move my hands, make sure i'm alright. But i cant. My hands are tied. With a mixture of surprise and agony i look at my chest, which is tied as well. A white shroud.
My god, i'm in a sanitarium.. And i have no idea as to how or when i got here..
I desperately fight to free myself from my bounds, but to no avail. When i give up, i hear a male voice from some nearby room. At first i cant make out what he's saying, until a woman starts to repeat the phrase he said. More and more voices join this chant, for that's what it comes to. And when it reaches its top, when everyone is chanting rhythmically at the top of their lungs, the phrase becomes understandable to me as well.
IA.
IA.
CTHULHU F'TAGHN.
Again and again. The summoning of Cthulhu. Which not only means that they know he's awake, but that these men are becoming heralds of his coming.
I get up and run to the door. I begin hitting it with my feet and head. I am taken over by a burning rage and i start shouting and spitting at those who so unjustly locked me in here.
Fools! Ignorant idiots! How can you not hear it? How can you be so blind?! The whole world will be lost because of your foolishness! Cthulhu has awaken and destruction follows him! Die! We're all gonna die! Hahahaha!
I laugh. I laugh and I cry at the same time. And all the time, I keep hearing this world's requiem.
IA.
IA.
CTHULHU F'TAGHN.

-The End-

to prwto kalesma

Απο τοτε που ακουσα τη φωνη, απο τοτε που ακουσα το πρωτο καλεσμα, δεν μπορω να σκεφτω τιποτα αλλο. Απο 'κεινο το βραδυ που η αστραπη ελουσε τα ματια μου, οχι ομως μια κανονικη αστραπη.. Ηταν.. Κατι παραπανω. Δεν κρατησε το καθιερωμενο κλασμα του δευτερολεπτου. Με τυφλωσε. Κι ας μην την κοιταξα με τα δικα μου ματια. Με κουφανε, κι ας μην ακουστηκε κανενας ηχος απο κεινη τη λαμψη.
Και τοτε ακουσα τη πρωτη φωνη, το πρωτο καλεσμα. Ενας ηχος, μια λεξη, μια φρικη, ενα τραγουδι τρομου, συνοθηλευμα νοτων και διεστραμενων μελοδιων απο μια ορχηστρα με μοναδικα τις οργανα κραυγες. Κρατησε ενα δευτερολεπτο ή ενα αιωνα. Ουτε μπορεσα ουτε μπορω να καταλαβω. Ο χρονος δεν ειχε καμια υποσταση, καμια σημασια.
Απο τις κραυγες, απο τους αλλοκοσμους ηχους και οχι απο καπου στο χωρο, γιατι ουτε χωρος υπηρχε εκεινη τη στιγμη, εκεινη τη χιλιετια, ενας ακομα λογοσ μπλεχτηκε στον ηχο, μια αβυσσαλεα φωνη, τοσο αρχαιγωνη, τοσο βροντερη και φρικιαστικη, που εκανε την παραφωνια που την ξεβρασε να βγαζει καποιο νογμα, να αποκταει μελωδια.
Και απο τη φωνη προβαλε ο πρωτος Παλαιος. Ο πρωτος γιγαντας, η πρωτη μορφη, το πρωτο αποκοσμο συμπλεγμα μελων, ποδια, βραγχια, πλοκαμια, φτερα, μελη φαινομενικα απο σαρκα και γλιτσα και κανενα χαρακτηριστικο που να μπορει να αναγνωρισει ο ανθρωπινος νους στην ολοτητα του. Στο μεγεθος, το αρχαιο αυτο πλασμα το οποιο βρισκοταν εκει απο την αρχη των παντων, πριν ακομα τα αστερια να δουν την πρωτη τους αυγη, ο οριζοντας δεν το χωρουσε κι ουτε ποτε θα μπορουσε. Καθε ουλη, καθε χαρακια, καθε κρατηρας και ρωγμη πανω του φαινοταν με αποκαρδιοτικα μεγαλη λεπτομερεια. Τα ματια του ηταν ο ηλιος και το φεγγαρι κι ολα τα αστρα, μ'ενα φως που ξεπερνουσε τη φαντασια, κοκκινο σαν τη πρωτη σταγωνα αιματος που επεσε ποτε.
Η αληθεια ειναι πως δεν χρειαζοταν φωνη. Η παρουσια του ηταν αρκετη για να σε τρελανει 'η να σε διαφωτησει, δειχνωντας σου τα πιο βαθια και σκοτεινα μερη του ανθρωπινου μυαλου, εκει που γεννιουνται ο φοβος και ο τρομος και η ελπιδα πεθαινει.
Ενιωσα να με δειχνει. Να αναγνωριζει την παρουσια μου, να σιγουρευεται οτι ο μικρος νους μου μπορουσε να τον αντεξει, εστω και σε αυτην την ατιμοτικη γι αυτον μικρογραφια τησ ααιναης και ανυποτης παρουσιας του στο συμπαν.
Με κοιταζε. Απο την αρχη με κοιταζε, ολον. Και μαζι με μενα τα παντα. Το σημειο εστιασης του ηταν η υπαρξη η ιδια. Τα ματια του με πλησιαζαν, κι αν σκεφτει κανεις το μεγεθοσ και το χωρο που καταλαμβανε δεν θα μπορουσε παρα να μεινει αφωνος απο τρομο και ενθουσιασμο απο την ταχυτητα του, αν και μπροστα σε ενα τετοιο θεαμα απο την αρχη δεν μπορουσες να κανεις αλλιως.
Κοιταζα και γω, ανημπορος να κανω διαφορετικα. Παρατηρησα οτι οι ηχοι και οι φωνες ειχαν τελειωσει. Η φωνη, η ανασα ή οι σκεψεις του ειχαν παρει τη θεση της κοσμικης ησυχειας, με τον ιδιο τροπο που οι κορνες και οι μηχανες των αυτοκινητων γινονται μερος των καθημερινων ηχων, πισω στη φυσιολογικη ζωη.
Μονο να κοιταζω μπορουσα. Και μετα απο λιγες ανασες ή λιγες ζωες, αυτο που εβλεπα ηταν το διαστημα. Αστερια και βραχια, χωρις κανενα σημειο αναφορας. Κανενας γνωστος πλανητης ή εστω καποιο ιχνος του. Και ξαφνικα ολα απεκτησαν κινηση, ολα καθιερωσαν τις περιστροφες και τις πορειες τους, αυτες που θα κρατουσαν για χρονια χιλιαδες χιλιαδων, εκατομοιρια εκατομοιριων. Απο κει που δεν εφτανε η οραση μου, εμφανιστηκε το πλασμα, μικροτερο ξατα πολυ, κατευθηνομενο προς τα καπου μπροστα. Παρατηροντας το λιγο, καταλαβα οτι δεν ειναι το ιδιο με αυτο που εμφανιστηκε μπροστα μου στην αρχη. Αυτο που εβλεπα εκεινη τη στιγμη ηταν πιο νεο, πιο πολυ κοντα στις πρωτες του εποχες. Το οτι μετα εμφανιστηκαν κι αλλα απο αυτα τα τρομερα οντα, το καθενα μοναδικα πιο φρικιαστικο απο το αλλο, με βοηθησε να σιγουρεψω τισ υποψιες μου. Πλασματα αρχαια, πιο παλια κι απ το σκοταδι, και ολα κατευθηνονταν προς το ιδιο σημειο.
Χωρις να κινηθω σ'αυτην την αχανη και ατελειωτη απλα, τους ακολου8ησα. Ημουν πλεον παρατηρητης. Σε τι ομως δεν το γνωριζα ακομα. Και αφου ειχα φτασει ως, οσο κι αν ευχομουν να μην ηξερα τιποτα, να μην ειχε γινει τιποτα, να ηταν ολα ενα ονειρο, ηξερα οτι ολα αυτα ηταν αληθινα. Τοσο, που ξεπερνουσαν και την ιδια την αληθεια.
Απο αυτο το ατελειωτο μαυρο τους ακολουθουσα, περνοντας καθε τοσο διπλα απο καποιο ερημο και αγνωστο πλανητη, λουσμενος απο το φως ενος λοχου απο ηλιους αλλων γαλαξιων, περα μακρια. Αυτο το ταξιδι πρεπει να κρατησε πολυ, ακομα και γι αυτους τους Παλαιους, ομως κανεις δεν εβγαζε μιλια, ή τουλαχιστον εγς δεν ειχα οτι χρειαζοταν για να τους ακουσω ή να συγκρατησω τα λογια τους, βαρια οσο νεογεννητοι γαλαξιες.
Μεχρι που ο Ενας, αυτος που ηρθε να με βρει, εβγαλε μια κολλοδη και χολερη φωνη και ολοι σταματησαν. Μαζι και γω.
Κοιταξσα γυρω μου, και ενα φριχτο αισθημα αναγνωρισησ με κατελυσε. Ειδα τη Σεληνη. Τη δικη μας Σεληνη. Αργησα λιγο να το καταλαβω γιατι ακομα δεν ειχε ουτε ενα κρατηρα, αλλα αυτο που κοιταζα ηταν πραγματι το φεγγαρι. Πραγμα που σημαινε οτι.. Κοιταξα κι αλλου. Ο Διας, μικρος. Ο Κρονος, χωρις τα αστρικα δαχτυλιδια του. Ο Αρης, με μερικες μπλε πινελιες. Δεν ηθελα να δω που πηγεναν εκεινοι. Γιατι ηξερα. Ναι, μεσα μου το ηξερα καλα, αυτο που μου φαινοταν απιστευτο. Και κοιταξα.
Και ειδα τη Γη.
Και τα πλασματα εκοψαν κατι το ενα απο το αλλο, αφηνοντας απαισιους ηχους σκισηματοσ σαρκας και μεμβρανης. Αυτα τα κομματια τα πεταξαν στη Γη, σε μια Γη με περισσοτερο εδαφος παρα νερο. Και μεσα στις σκεψεις μου ξαφνικα ηξερα οτι τα κομματια ηταν σποροι. Εκεινοι ηθελαν να φυτεψουν το ειδος τους στη Γη. Να μεγαλωσουν, να ευημερισουν, να ελεγξουν, να σκλαβωσουν και στο τελος να καταβροχθησουν.
Μπροστα σ'ολα αυτα, ο τρομος με ετρωγε μεσα μου σα σαρακι. Η κορυφψση ολης αυτησ της φρικης ηταν οταν γυρισε να με κοιταξει Εκεινος, ο Πρωτος. Και μου εδειξε, οχι με καποια κινηση αλλα με μια του σκεψη, να κοιταξω πιο προσεκτικα και να δω τη δημιουργια και συναμα την καταρα της καταστροφης ενος κοσμου. Και τοτε..
Γη, βλαστηση, δεντρα. Κανενα ζωο και κανενας ηχος απο καποιο που8ενα. Απο πανω επεφταν κομητες. Ενας επεσε μπροστα μου, πετωντας παντου φωτια, βλεννα και ιστο αλλα εγω εμεινα ανεπαφος σ'αυτο το μακαβριο οραμα του παρελθοντος. Οι εποχες αλλαζαν με μια ανασα, αφηνοντας το σπορο να μεγαλωσει, μεχρι ποθ απο μεσα του βγηκε ενας απο εκεινους, ερποντας με τα σαπια μελη του, ακολου8ουμενος απο αλλα, μικροτερα νεογνα. Ομως το μεγεθος του δεν ειχε καμια σημασια τοτε, ουτε εφερνε καποιο συναισθημα παρηγοριας ή ελπιδας. Αντιθετα, δυσοιωνα προμηνυε τη σκοτεινη μοιρα αυτου του κοσμου.
Ο χρονος προχορουσε και η φυλη Τους ευδοκιμουσε. Σιγα-σιγα εμφανιστηκε και ο ανθρωπος, αβεβαιος και μικρος στα πρωτα του βηματα στη Γη, που εμελε να γινει μια πελορια σκακιερα των Παλαιων πλασματων με πιονια τους σκλαβους τους, τους ανθρωπους.
Ω, με τι δολο, με τι ζηλο και τυραννια βασιλευαν, εκεινοι, οι γηραιοτεροι του σκοταδιου του ιδιου, με τι ακριβεια υφαιναν τα κοσμικα τους σχεδια χωρις κανενα οικτο και κανενα σημαδι καλοσυνης ή αδυναμιας.
Και ξαφνικα, κατι αλλαξε. Σαν ενα μικρο γραναζι σε μια υπεργαλαξιακη μηχανη που σταματησε να λειτουργει οπως επρεπε, οπως ηταν γραφτο, γιατι απεκτησε συνειδηση. Γνωση. Θυμο.
Ελευ8ερια.
Και βρεθηκα παλι στο διαστημα, να κοιταζω το μιασμενο αυτο πλανητη. Η Γη αλλαζε. Το εδαφος πρωτα και υστερα οι ωκεανοι. Η υδρογειος βαφοταν κοκκινη, οι ωκεανοι γινονταν τεραστιες λιμνες απο αιμα ανθρωπων και Παλαιων. Και καθως η θαλασσα αυτη η κοκκινη επνιγε τη στερια, καταλαβα γιατι στην αρχη μου φανηκε οτι η Γη ειχε λιγοτερο νερο απ' οτι επρεπε, και γιατι καθως παρακολουθουσα ο πλανητης γινοταν πανομοιοτυπος με το σημερινο.. Θεε μου, κολυμπαμε στο αιμα των προγονων μας και των δικων τους μαζι...
Πολεμος. Ο πρωτος, ο μεγαλυτερος ολων, ο πιο μακαβριος, αυτος που εφερε ριζικες αλλαγες. Και απ' οτι μπορουσα να καταλαβω, πρεπει να κρατησε γενιες ολοκρηρες. Το πιο τρομερο και φρικιαστικο συναμα ηταν οτι η ανθρωποτητα εχανε.
Μεχρι που εκεινοι αποφασισαν οτι δεν ηθελαν να μας εξαλειψουν, οχι για καποιο αλλο λογο, οχι απο ελεος, αλλα επειδη τους ημασταν βολικοι σαν σκλαβοι, σαν τροφη. Σαν παιχνιδια. Οι Παλαιοι εφυγαν. Αποφασισαν να μας αφησουν να πολλαπλασιαστουμε, σαν τα ζωα που ημασταν. Αφησαν πισω τους καποιον να μας προσεχει, οσο θα κοιμοταν βαθια, στον πατο του πιο σκοτεινου ωκεανου, στα ερειπια τησ πνιγμενης τους πολης.
Η πολη τους ειχε ενα ονομα που δεν μπορουσε να προφερθει απο στομα διαφορετικο απο το δικο τους, μα πανω στον πρωτο της λιθο γραψανε Εκεινοι τ'ονομα της σε μια γλωσσα και γραφη δικη τους, που ηταν η εξοδος του ανθρωπου απο τις ζωοδεις κραυγες και τα μουγκρητα του. Και το ονομα της πολης πολλους αιωνες μετα μπορεσε να μεταφραστει, οσο ηταν δυνατο. Την ειπαν Ρ'Λυε. Η Βυθισμενη πολη.
Και εκεινος που αφησαν εκει, εκεινος που απο τοτε κοιμαται κι ονειρευεται, η ανθρωποτητα εμαθε κι αυτου το ονομα, οπως και τον τρομο του να το προφερουν, μηπως ακουσει το καλεσμα και απο τα σκοτεινοτερα βαθη της θαλασσας ξυπνησει και φερει στο διαβα του τρελα, τρομο και ολεθρο. Το ονομα του θα παρεμενε παντοτινα στο ασυνειδητο του νου: Κθουλου.
Ακομα χαμενος σ'αυτην την αποκαλυψη, βρισκομουν και παλι ενοποιων του Αρχαιου που με καλεσε. Ενοπιων αυτου του φρικαλεου συμπλεγματος απο νεκρα αλλα κινουμενα πλοκαμια εκει που τα υπολοιπα ζωα εχουν το στομα τους. Μπροστα στα ματια που βλεπουν τα παντα. Που ακουν ακομα τους αποηχους των προτων νεκρων αστεριων. Και τοτε ακουσα για πρωτη φορα τη φωνη του σε μια γλωσσα που μπορουσα να κατανοησω.
ΞΥΠΝΗΣΑ.
ΕΡΧΟΜΑΙ.
Δυο λεξεις. Απλες, καθημερινες. Ποτε δεν ειχα φανταστει οτι θα μπορουσαν να προκαλεσουν τοσο τρομο, τετοια ανατριχιλα και δεος.
Ο Κθουλου ειχε ξυπνησει. Κι εγω ειχα ακουσει τη φωνη του, το πρωτο καλεσμα. Ειδα τον κοσμο να φτιαχνεται, τωρα θα επρεπε να παρακολουθησω την καταδικη του.
Ξαφνικα, ενοιωσα εκεινη τη λαμψη του οραματος να σβηνει. Η αιωνια αστραπη που με οδηγησε σε ολα αυτα ξεθοριαζε. Φοβομουν να γυρισω πισω. Φοβομουν να κανω οτιδηποτε σε ενα κοσμο που ειναι ηδη νεκρος και ουτε καν το ξερει.
Και τοτε, βυθιστηκα σε βαθη υπνο.

-Επιλογος-

Ανοιγω τα ματια μου και αναγκαζομαι να τα ξανακλεισω αποτομα λογω της εντονης διαφορας φωτος. Οταν τα ανοιγω αλλη μια φορα, παρατηρω το περιβαλλον μου χανοντας καθε αισθηση προσανατολισμου.
Βρισκομαι σε ενα λευκο δωματιο. Δεν υπαρχει κανενα παραθυρο, μονο μια πορτα. οι τοιχοι ειναι καλυμενοι με κατι που φαινεται σαν λευκα μαξιλαρια. Απο το ταβανι κρεμεται μια λαμπα, απλη και σκετη.
Τι διαολο..
Προσπαθω να κουνησω τα χερια μου, να σιγουρευτω οτι ειμαι καλα. Ομως δεν γινεται. Τα χερια μου ειναι δεμενα. Με ενα μιγμα εκπληξης και τρομου κοιταω το θωρακα μου. Δεμενος κι αυτος, με σαββανο λευκο.
Θεε μου, ειμαι κλεισμενος σε τρελοκομειο... Και δεν εχψ ιδεα πως ή ποτε βρεθηκα εδω...
Παλευω απελπισμενα να ξεφυγω απο τα δεσμα μου, αλλα ματαια. Οταν παραδινομαι, ακουω μια αντρικη φωνη απο καποιο κοντινο 8αλαμο. Στην Αρχη δεν καταλαβαινω τι λεει, μεχρι που μια γυναικα αρχιζει κι αυτη να επαναλαμβανει τη φραση που εκεινος ειπε. Ολο και πιο πολλες φωνες μπαινουν σ'αυτην τη ψαλμωδια, γιατι σ'αυτο καταληγει. Και οταν φτανει στο αποκορυφωμα του, οταν ολοι ψελνουν ρυθμικα με την πιο δυνατη τους φωνη, η φραση γινεται κατανοητη και σε μενα.
ΙΑ.
ΙΑ.
ΚΘΟΥΛΟΥ Φ'Τ'ΑΓΚΝ.
Και ξανα και ξανα. Η επικληση του Κθουλου. Που σημαινει οτι οχι μονο ξερουν οτι ξυπνησε, αλλα οτι αυτοι οι ανθρωποι γινονται τελαληδες του ερχομου του.
Σηκωνομαι και τρεχω στην πορτα. Αρχιζω να τη χτυπαω με τα ποδια και το κεφαλι μου. Με κατακλυζει μια φλεγομενη οργη και αρχιζω να φωναζω και να φτυνω για να μ'ακουσουν αυτοι που τοσο αδικα με κλειδωσαν εδω μεσα.
Ανοητοι! Αγνομωνες ηλιθιοι! Πως γινεται να μην το ακουτε; Πως γινεται να ειστε τοσο τυφλοι;! Ολος ο κοσμος θα χαθει λογω της ανοησιας σας! ο Κθουλου ξυπνησε και η καταστροφη τον ακολουθει! Να πεθανετε! Θα πεθανουμε ολοι! Χαχαχαχα!
Γελαω. Γελαω και κλαιω ταυτοχρονα. Και συνεχεια, ακουο το κυκνειο ασμα αυτου του κοσμου.
ΙΑ.
ΙΑ.
ΚΘΟΥΛΟΥ Φ'Τ'ΑΓΚΝ.

-Τελος-