Τί γίνεται άραγε όταν αναστενάζουν τα βουνά;
Όταν ο ουρανός δακρύζει για τη μοναξιά του;
Όταν η έρημος περιμένει με αγωνία για τον επόμενο καμηλίερη;
Όταν η θάλασσα και τα πλάσματά της δεν ωλέπουν καράβια;
Όταν ένα απέραντο λιβάδι, απάτητο απο ανθρώπινο πόδι, θρυνεί;
Άραγε ανεβαίνει πλέον κανείς;
Άραγε όλα τα χελιδόνια κοιμούνται;
Ή ίσως τα αρπακτικά κάνουν υπομονή;
Άραγε ανασαίνουν όλοι καλύτερα στη γαλήνη της μοναξιάς τους;
Άραγε θα γνωρίσει ποτέ την παρουσία κάποιου;
Τόσο κοντά, μα τόσο μακρυά...
Τόσο μεγάλος, κι όμως τόσο μικρός...
Τόσο ανοιχτή, αλλά τόσο απόκρυμνη...
Τόσο γαλήνια, κι όμως τόσο ανυπόμονη...
Τόσο άδειο, κι όμως τόσο γεματο...
Μα στο τέλος, είναι δίπλα-δίπλα, χωρίς ανάγκη κανενός.
Στο τέλος, τα σύννεφα είναι πάντα εκεί, με αστραπές και βροντές.
Και όταν έρχεται το βράδυ, η άμμος γεμίζει μικρές ψυχές.
Γιατί τελικά, πάντα είχαν ο ένας τον άλλον.
Και το λιβάδι μάτωσε, αλλά γέμησε κατακόκκινες παπαρούνες.
Η μοναξιά, η ομορφιά και η χαρά, είναι πράγματα υποκειμενικά.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου