Απο τοτε που ακουσα τη φωνη, απο τοτε που ακουσα το πρωτο καλεσμα, δεν μπορω να σκεφτω τιποτα αλλο. Απο 'κεινο το βραδυ που η αστραπη ελουσε τα ματια μου, οχι ομως μια κανονικη αστραπη.. Ηταν.. Κατι παραπανω. Δεν κρατησε το καθιερωμενο κλασμα του δευτερολεπτου. Με τυφλωσε. Κι ας μην την κοιταξα με τα δικα μου ματια. Με κουφανε, κι ας μην ακουστηκε κανενας ηχος απο κεινη τη λαμψη.
Και τοτε ακουσα τη πρωτη φωνη, το πρωτο καλεσμα. Ενας ηχος, μια λεξη, μια φρικη, ενα τραγουδι τρομου, συνοθηλευμα νοτων και διεστραμενων μελοδιων απο μια ορχηστρα με μοναδικα τις οργανα κραυγες. Κρατησε ενα δευτερολεπτο ή ενα αιωνα. Ουτε μπορεσα ουτε μπορω να καταλαβω. Ο χρονος δεν ειχε καμια υποσταση, καμια σημασια.
Απο τις κραυγες, απο τους αλλοκοσμους ηχους και οχι απο καπου στο χωρο, γιατι ουτε χωρος υπηρχε εκεινη τη στιγμη, εκεινη τη χιλιετια, ενας ακομα λογοσ μπλεχτηκε στον ηχο, μια αβυσσαλεα φωνη, τοσο αρχαιγωνη, τοσο βροντερη και φρικιαστικη, που εκανε την παραφωνια που την ξεβρασε να βγαζει καποιο νογμα, να αποκταει μελωδια.
Και απο τη φωνη προβαλε ο πρωτος Παλαιος. Ο πρωτος γιγαντας, η πρωτη μορφη, το πρωτο αποκοσμο συμπλεγμα μελων, ποδια, βραγχια, πλοκαμια, φτερα, μελη φαινομενικα απο σαρκα και γλιτσα και κανενα χαρακτηριστικο που να μπορει να αναγνωρισει ο ανθρωπινος νους στην ολοτητα του. Στο μεγεθος, το αρχαιο αυτο πλασμα το οποιο βρισκοταν εκει απο την αρχη των παντων, πριν ακομα τα αστερια να δουν την πρωτη τους αυγη, ο οριζοντας δεν το χωρουσε κι ουτε ποτε θα μπορουσε. Καθε ουλη, καθε χαρακια, καθε κρατηρας και ρωγμη πανω του φαινοταν με αποκαρδιοτικα μεγαλη λεπτομερεια. Τα ματια του ηταν ο ηλιος και το φεγγαρι κι ολα τα αστρα, μ'ενα φως που ξεπερνουσε τη φαντασια, κοκκινο σαν τη πρωτη σταγωνα αιματος που επεσε ποτε.
Η αληθεια ειναι πως δεν χρειαζοταν φωνη. Η παρουσια του ηταν αρκετη για να σε τρελανει 'η να σε διαφωτησει, δειχνωντας σου τα πιο βαθια και σκοτεινα μερη του ανθρωπινου μυαλου, εκει που γεννιουνται ο φοβος και ο τρομος και η ελπιδα πεθαινει.
Ενιωσα να με δειχνει. Να αναγνωριζει την παρουσια μου, να σιγουρευεται οτι ο μικρος νους μου μπορουσε να τον αντεξει, εστω και σε αυτην την ατιμοτικη γι αυτον μικρογραφια τησ ααιναης και ανυποτης παρουσιας του στο συμπαν.
Με κοιταζε. Απο την αρχη με κοιταζε, ολον. Και μαζι με μενα τα παντα. Το σημειο εστιασης του ηταν η υπαρξη η ιδια. Τα ματια του με πλησιαζαν, κι αν σκεφτει κανεις το μεγεθοσ και το χωρο που καταλαμβανε δεν θα μπορουσε παρα να μεινει αφωνος απο τρομο και ενθουσιασμο απο την ταχυτητα του, αν και μπροστα σε ενα τετοιο θεαμα απο την αρχη δεν μπορουσες να κανεις αλλιως.
Κοιταζα και γω, ανημπορος να κανω διαφορετικα. Παρατηρησα οτι οι ηχοι και οι φωνες ειχαν τελειωσει. Η φωνη, η ανασα ή οι σκεψεις του ειχαν παρει τη θεση της κοσμικης ησυχειας, με τον ιδιο τροπο που οι κορνες και οι μηχανες των αυτοκινητων γινονται μερος των καθημερινων ηχων, πισω στη φυσιολογικη ζωη.
Μονο να κοιταζω μπορουσα. Και μετα απο λιγες ανασες ή λιγες ζωες, αυτο που εβλεπα ηταν το διαστημα. Αστερια και βραχια, χωρις κανενα σημειο αναφορας. Κανενας γνωστος πλανητης ή εστω καποιο ιχνος του. Και ξαφνικα ολα απεκτησαν κινηση, ολα καθιερωσαν τις περιστροφες και τις πορειες τους, αυτες που θα κρατουσαν για χρονια χιλιαδες χιλιαδων, εκατομοιρια εκατομοιριων. Απο κει που δεν εφτανε η οραση μου, εμφανιστηκε το πλασμα, μικροτερο ξατα πολυ, κατευθηνομενο προς τα καπου μπροστα. Παρατηροντας το λιγο, καταλαβα οτι δεν ειναι το ιδιο με αυτο που εμφανιστηκε μπροστα μου στην αρχη. Αυτο που εβλεπα εκεινη τη στιγμη ηταν πιο νεο, πιο πολυ κοντα στις πρωτες του εποχες. Το οτι μετα εμφανιστηκαν κι αλλα απο αυτα τα τρομερα οντα, το καθενα μοναδικα πιο φρικιαστικο απο το αλλο, με βοηθησε να σιγουρεψω τισ υποψιες μου. Πλασματα αρχαια, πιο παλια κι απ το σκοταδι, και ολα κατευθηνονταν προς το ιδιο σημειο.
Χωρις να κινηθω σ'αυτην την αχανη και ατελειωτη απλα, τους ακολου8ησα. Ημουν πλεον παρατηρητης. Σε τι ομως δεν το γνωριζα ακομα. Και αφου ειχα φτασει ως, οσο κι αν ευχομουν να μην ηξερα τιποτα, να μην ειχε γινει τιποτα, να ηταν ολα ενα ονειρο, ηξερα οτι ολα αυτα ηταν αληθινα. Τοσο, που ξεπερνουσαν και την ιδια την αληθεια.
Απο αυτο το ατελειωτο μαυρο τους ακολουθουσα, περνοντας καθε τοσο διπλα απο καποιο ερημο και αγνωστο πλανητη, λουσμενος απο το φως ενος λοχου απο ηλιους αλλων γαλαξιων, περα μακρια. Αυτο το ταξιδι πρεπει να κρατησε πολυ, ακομα και γι αυτους τους Παλαιους, ομως κανεις δεν εβγαζε μιλια, ή τουλαχιστον εγς δεν ειχα οτι χρειαζοταν για να τους ακουσω ή να συγκρατησω τα λογια τους, βαρια οσο νεογεννητοι γαλαξιες.
Μεχρι που ο Ενας, αυτος που ηρθε να με βρει, εβγαλε μια κολλοδη και χολερη φωνη και ολοι σταματησαν. Μαζι και γω.
Κοιταξσα γυρω μου, και ενα φριχτο αισθημα αναγνωρισησ με κατελυσε. Ειδα τη Σεληνη. Τη δικη μας Σεληνη. Αργησα λιγο να το καταλαβω γιατι ακομα δεν ειχε ουτε ενα κρατηρα, αλλα αυτο που κοιταζα ηταν πραγματι το φεγγαρι. Πραγμα που σημαινε οτι.. Κοιταξα κι αλλου. Ο Διας, μικρος. Ο Κρονος, χωρις τα αστρικα δαχτυλιδια του. Ο Αρης, με μερικες μπλε πινελιες. Δεν ηθελα να δω που πηγεναν εκεινοι. Γιατι ηξερα. Ναι, μεσα μου το ηξερα καλα, αυτο που μου φαινοταν απιστευτο. Και κοιταξα.
Και ειδα τη Γη.
Και τα πλασματα εκοψαν κατι το ενα απο το αλλο, αφηνοντας απαισιους ηχους σκισηματοσ σαρκας και μεμβρανης. Αυτα τα κομματια τα πεταξαν στη Γη, σε μια Γη με περισσοτερο εδαφος παρα νερο. Και μεσα στις σκεψεις μου ξαφνικα ηξερα οτι τα κομματια ηταν σποροι. Εκεινοι ηθελαν να φυτεψουν το ειδος τους στη Γη. Να μεγαλωσουν, να ευημερισουν, να ελεγξουν, να σκλαβωσουν και στο τελος να καταβροχθησουν.
Μπροστα σ'ολα αυτα, ο τρομος με ετρωγε μεσα μου σα σαρακι. Η κορυφψση ολης αυτησ της φρικης ηταν οταν γυρισε να με κοιταξει Εκεινος, ο Πρωτος. Και μου εδειξε, οχι με καποια κινηση αλλα με μια του σκεψη, να κοιταξω πιο προσεκτικα και να δω τη δημιουργια και συναμα την καταρα της καταστροφης ενος κοσμου. Και τοτε..
Γη, βλαστηση, δεντρα. Κανενα ζωο και κανενας ηχος απο καποιο που8ενα. Απο πανω επεφταν κομητες. Ενας επεσε μπροστα μου, πετωντας παντου φωτια, βλεννα και ιστο αλλα εγω εμεινα ανεπαφος σ'αυτο το μακαβριο οραμα του παρελθοντος. Οι εποχες αλλαζαν με μια ανασα, αφηνοντας το σπορο να μεγαλωσει, μεχρι ποθ απο μεσα του βγηκε ενας απο εκεινους, ερποντας με τα σαπια μελη του, ακολου8ουμενος απο αλλα, μικροτερα νεογνα. Ομως το μεγεθος του δεν ειχε καμια σημασια τοτε, ουτε εφερνε καποιο συναισθημα παρηγοριας ή ελπιδας. Αντιθετα, δυσοιωνα προμηνυε τη σκοτεινη μοιρα αυτου του κοσμου.
Ο χρονος προχορουσε και η φυλη Τους ευδοκιμουσε. Σιγα-σιγα εμφανιστηκε και ο ανθρωπος, αβεβαιος και μικρος στα πρωτα του βηματα στη Γη, που εμελε να γινει μια πελορια σκακιερα των Παλαιων πλασματων με πιονια τους σκλαβους τους, τους ανθρωπους.
Ω, με τι δολο, με τι ζηλο και τυραννια βασιλευαν, εκεινοι, οι γηραιοτεροι του σκοταδιου του ιδιου, με τι ακριβεια υφαιναν τα κοσμικα τους σχεδια χωρις κανενα οικτο και κανενα σημαδι καλοσυνης ή αδυναμιας.
Και ξαφνικα, κατι αλλαξε. Σαν ενα μικρο γραναζι σε μια υπεργαλαξιακη μηχανη που σταματησε να λειτουργει οπως επρεπε, οπως ηταν γραφτο, γιατι απεκτησε συνειδηση. Γνωση. Θυμο.
Ελευ8ερια.
Και βρεθηκα παλι στο διαστημα, να κοιταζω το μιασμενο αυτο πλανητη. Η Γη αλλαζε. Το εδαφος πρωτα και υστερα οι ωκεανοι. Η υδρογειος βαφοταν κοκκινη, οι ωκεανοι γινονταν τεραστιες λιμνες απο αιμα ανθρωπων και Παλαιων. Και καθως η θαλασσα αυτη η κοκκινη επνιγε τη στερια, καταλαβα γιατι στην αρχη μου φανηκε οτι η Γη ειχε λιγοτερο νερο απ' οτι επρεπε, και γιατι καθως παρακολουθουσα ο πλανητης γινοταν πανομοιοτυπος με το σημερινο.. Θεε μου, κολυμπαμε στο αιμα των προγονων μας και των δικων τους μαζι...
Πολεμος. Ο πρωτος, ο μεγαλυτερος ολων, ο πιο μακαβριος, αυτος που εφερε ριζικες αλλαγες. Και απ' οτι μπορουσα να καταλαβω, πρεπει να κρατησε γενιες ολοκρηρες. Το πιο τρομερο και φρικιαστικο συναμα ηταν οτι η ανθρωποτητα εχανε.
Μεχρι που εκεινοι αποφασισαν οτι δεν ηθελαν να μας εξαλειψουν, οχι για καποιο αλλο λογο, οχι απο ελεος, αλλα επειδη τους ημασταν βολικοι σαν σκλαβοι, σαν τροφη. Σαν παιχνιδια. Οι Παλαιοι εφυγαν. Αποφασισαν να μας αφησουν να πολλαπλασιαστουμε, σαν τα ζωα που ημασταν. Αφησαν πισω τους καποιον να μας προσεχει, οσο θα κοιμοταν βαθια, στον πατο του πιο σκοτεινου ωκεανου, στα ερειπια τησ πνιγμενης τους πολης.
Η πολη τους ειχε ενα ονομα που δεν μπορουσε να προφερθει απο στομα διαφορετικο απο το δικο τους, μα πανω στον πρωτο της λιθο γραψανε Εκεινοι τ'ονομα της σε μια γλωσσα και γραφη δικη τους, που ηταν η εξοδος του ανθρωπου απο τις ζωοδεις κραυγες και τα μουγκρητα του. Και το ονομα της πολης πολλους αιωνες μετα μπορεσε να μεταφραστει, οσο ηταν δυνατο. Την ειπαν Ρ'Λυε. Η Βυθισμενη πολη.
Και εκεινος που αφησαν εκει, εκεινος που απο τοτε κοιμαται κι ονειρευεται, η ανθρωποτητα εμαθε κι αυτου το ονομα, οπως και τον τρομο του να το προφερουν, μηπως ακουσει το καλεσμα και απο τα σκοτεινοτερα βαθη της θαλασσας ξυπνησει και φερει στο διαβα του τρελα, τρομο και ολεθρο. Το ονομα του θα παρεμενε παντοτινα στο ασυνειδητο του νου: Κθουλου.
Ακομα χαμενος σ'αυτην την αποκαλυψη, βρισκομουν και παλι ενοποιων του Αρχαιου που με καλεσε. Ενοπιων αυτου του φρικαλεου συμπλεγματος απο νεκρα αλλα κινουμενα πλοκαμια εκει που τα υπολοιπα ζωα εχουν το στομα τους. Μπροστα στα ματια που βλεπουν τα παντα. Που ακουν ακομα τους αποηχους των προτων νεκρων αστεριων. Και τοτε ακουσα για πρωτη φορα τη φωνη του σε μια γλωσσα που μπορουσα να κατανοησω.
ΞΥΠΝΗΣΑ.
ΕΡΧΟΜΑΙ.
Δυο λεξεις. Απλες, καθημερινες. Ποτε δεν ειχα φανταστει οτι θα μπορουσαν να προκαλεσουν τοσο τρομο, τετοια ανατριχιλα και δεος.
Ο Κθουλου ειχε ξυπνησει. Κι εγω ειχα ακουσει τη φωνη του, το πρωτο καλεσμα. Ειδα τον κοσμο να φτιαχνεται, τωρα θα επρεπε να παρακολουθησω την καταδικη του.
Ξαφνικα, ενοιωσα εκεινη τη λαμψη του οραματος να σβηνει. Η αιωνια αστραπη που με οδηγησε σε ολα αυτα ξεθοριαζε. Φοβομουν να γυρισω πισω. Φοβομουν να κανω οτιδηποτε σε ενα κοσμο που ειναι ηδη νεκρος και ουτε καν το ξερει.
Και τοτε, βυθιστηκα σε βαθη υπνο.
-Επιλογος-
Ανοιγω τα ματια μου και αναγκαζομαι να τα ξανακλεισω αποτομα λογω της εντονης διαφορας φωτος. Οταν τα ανοιγω αλλη μια φορα, παρατηρω το περιβαλλον μου χανοντας καθε αισθηση προσανατολισμου.
Βρισκομαι σε ενα λευκο δωματιο. Δεν υπαρχει κανενα παραθυρο, μονο μια πορτα. οι τοιχοι ειναι καλυμενοι με κατι που φαινεται σαν λευκα μαξιλαρια. Απο το ταβανι κρεμεται μια λαμπα, απλη και σκετη.
Τι διαολο..
Προσπαθω να κουνησω τα χερια μου, να σιγουρευτω οτι ειμαι καλα. Ομως δεν γινεται. Τα χερια μου ειναι δεμενα. Με ενα μιγμα εκπληξης και τρομου κοιταω το θωρακα μου. Δεμενος κι αυτος, με σαββανο λευκο.
Θεε μου, ειμαι κλεισμενος σε τρελοκομειο... Και δεν εχψ ιδεα πως ή ποτε βρεθηκα εδω...
Παλευω απελπισμενα να ξεφυγω απο τα δεσμα μου, αλλα ματαια. Οταν παραδινομαι, ακουω μια αντρικη φωνη απο καποιο κοντινο 8αλαμο. Στην Αρχη δεν καταλαβαινω τι λεει, μεχρι που μια γυναικα αρχιζει κι αυτη να επαναλαμβανει τη φραση που εκεινος ειπε. Ολο και πιο πολλες φωνες μπαινουν σ'αυτην τη ψαλμωδια, γιατι σ'αυτο καταληγει. Και οταν φτανει στο αποκορυφωμα του, οταν ολοι ψελνουν ρυθμικα με την πιο δυνατη τους φωνη, η φραση γινεται κατανοητη και σε μενα.
ΙΑ.
ΙΑ.
ΚΘΟΥΛΟΥ Φ'Τ'ΑΓΚΝ.
Και ξανα και ξανα. Η επικληση του Κθουλου. Που σημαινει οτι οχι μονο ξερουν οτι ξυπνησε, αλλα οτι αυτοι οι ανθρωποι γινονται τελαληδες του ερχομου του.
Σηκωνομαι και τρεχω στην πορτα. Αρχιζω να τη χτυπαω με τα ποδια και το κεφαλι μου. Με κατακλυζει μια φλεγομενη οργη και αρχιζω να φωναζω και να φτυνω για να μ'ακουσουν αυτοι που τοσο αδικα με κλειδωσαν εδω μεσα.
Ανοητοι! Αγνομωνες ηλιθιοι! Πως γινεται να μην το ακουτε; Πως γινεται να ειστε τοσο τυφλοι;! Ολος ο κοσμος θα χαθει λογω της ανοησιας σας! ο Κθουλου ξυπνησε και η καταστροφη τον ακολουθει! Να πεθανετε! Θα πεθανουμε ολοι! Χαχαχαχα!
Γελαω. Γελαω και κλαιω ταυτοχρονα. Και συνεχεια, ακουο το κυκνειο ασμα αυτου του κοσμου.
ΙΑ.
ΙΑ.
ΚΘΟΥΛΟΥ Φ'Τ'ΑΓΚΝ.
-Τελος-
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου